Ελευθεροτυπία
Δατς ωλ ο Παπακυριάκης. Συγγραφέας, μεταφραστής, εραστής του λόγου και του ανείπωτου, που, όταν σμίγουν, πλάθουν τον ανθρώπινο μύθο. Τον Παπακυριάκη τον φώναζαν με το επώνυμο. Δεν θύμιζε κανέναν. Ούτε στη σκέψη ούτε στην πένα. Αλάνι Βυρωνιώτης, αιρετικός, με διαίσθηση, εξάρτηση στο τραγικό, αισθαντικός, με αττικόν άλας εμποτισμένος. Σε κοίταζε κι έκανε ακτινογραφία στην ψυχή σου. Με την ίδια ευκολία έκανε κατάδυση στα πολιτικο-εμπορικά νήματα που χειρίζονται την κοινωνία. Σε αναστάτωνε, σε ξεβόλευε, και μ' έναν λόγο σαν κύμα, σε έμπαζε στην αλήθεια της αντίθεσης, στο ζεστό καρβέλι της σύνθεσης, αδιόρατα υποβλητικός, αδερφικά τρυφερός. Ετσι συμφιλίωνε άσπονδους τσακωμένους, έτσι σε επανέφερε στην εσωτερική σου αρμονία.
Ολοι γύρευαν να μεταλάβουν από το απόσταγμά του όταν είχαν προβλήματα ή ανάγκη -κανείς δεν τον συντρόφευσε όταν αποτραβήχτηκε. Πολλούς συνεπήρε η γραφή του -δύο τον ανέβασαν, ο Παπαγεωργίου και ο Χριστοφιλάκης. Γι' αυτό, και για την Ελλάδα που αποχαιρετούσε, λίγο πριν το τέλος τραγουδούσε: «Φεύγω με πίκρα/πάω στα ξένα/αυτός ο κόσμος/δεν είναι για μένα». Αλλά ο Παπακυριάκης δεν ήταν μόνο η πίκρα του. Ηταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με τα τραυματικά βιώματα της Κατοχής και του Εμφυλίου -με το ανθρώπινο πολύπτυχο που γεννάει κάθε πόλεμος ρίχνοντάς σε στα βαθιά: Τι είναι ο άνθρωπος; Αγιος; Προδότης; Μήπος άγιος και προδότης; Τι σημαίνει να 'χεις ιθαγένεια; Είναι επιλογή, ενοχή, ευθύνη; Πώς περνάς τη γέφυρα του υπαρξιακού βούρκου για να κάνεις την υπέρβασή σου και να μοσχοβολήσει βασιλικός;
Ο Παπακυριάκης ήταν αθεράπευτα θυμωμένος Ελληνας. Εκλαιγε με λυγμό κάθε που άκουγε «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ/και μυρσίνη συ δοξαστική/μη παρακαλώ σας μη/λησμονάτε τη χώρα μου!». Τον ξεσήκωναν το Bolero του Ravel, τα πρώτα μπλουζ, χόρευε ζεϊμπέκικο σαν μύστης μιας διαχρονικής αίρεσης που συνοδεύεται νοερά από τον Ηράκλειτο παρέα με τον Αϊ-Γιώργη ενώ καρφώνει τον καταραμένο όφι. Γύρευε αδέρφια σ' όλον τον κόσμο: τα βρήκε στον Τσε, στους Κομμουνάρους, στον Μακρυγιάννη, στον Βελουχιώτη, στην απογείωση του δημοτικού τραγουδιού, στους ιερούς ποιητές-μουσουργούς μας και σ' όλους τους ανώνυμους που κάναν τη ζωή τους πρόσφορο για τον άνθρωπο.
Ηθελε να υποψιαστούμε το εύρος της προίκας τού να είσαι Ελληνας, για να μάθουμε να ανιχνεύουμε τις αόρατες παγίδες που στήνει κάθε μορφή εξουσίας στη σκέψη και στις επιλογές μας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στην ανάληψη των ευθυνών μας ως πολιτών. Αυτό που θα του αναγνωρίσουν όσοι τον αντάμωσαν εν ζωή και όσοι θα τον μάθουν μετά θάνατον, είναι η δίψα του να αναστήσει μες στην ανθρώπινη συνείδηση αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος της ανέκδοτης συλλογής διηγημάτων του: «Τα Αλτερ Εγκο γουστάρουνε φούγκα» - ή αλλιώς, όπως το είπε ο Οδυσσέας-Μίκης Θεοδωράκης (με τον οποίον γνωρίζονταν και είχαν συνεργαστεί - «ίδια μέρα γεννηθήκαμε», έλεγε περήφανα, «με δέκα χρόνια διαφορά»): «Εύχομαι να γίνετε αυτό που δεν μπορείτε».
Αν ήταν εδώ για να κλείσει αυτό το άρθρο, θα μας πέταγε με διάθεση τσιγκλίσματος για την κατάντια μας ως αμερικανόπληκτα-γιέσμαν ένα ξανθό-τηλεοπτικό: «Τα λέμε. Φιλάκια».
______________________________
** Ο Γιώργος Παπακυριάκης έφυγε από τη ζωή στις 16 Ιουνίου στα 79 του χρόνια. Εχει εκδώσει τέσσερα βιβλία από τις εκδόσεις Καστανιώτη («Ο τυφλός ταξιδιώτης», «Δατς ωλ» -το οποίο παρουσιάστηκε στο Θέατρο της Δευτέρας-, «Καβάλα στη χελώνα», «Το δωμάτιο του γορίλα»), ένα από τις εκδόσεις Φιλιππότη («Ανωνύμων πολύπτυχο») και έχει υπογράψει πολλές μεταφράσεις και σενάρια για ταινίες όπως «Ο αλύγιστος» (1968), «Σαπίλα και αριστοκρατία» (1967), «Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας» (1966), «Το ρεμάλι της Φ. Νέγρη» (1965) κ.ά. Διετέλεσε μέλος της γνωμοδοτικής επιτροπής του ΕΚΚ, της Προκριματικής Επιτροπής του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ειδικός σύμβουλος στη Γενική Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Εργου της ΕΤ1. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
Δατς ωλ ο Παπακυριάκης. Συγγραφέας, μεταφραστής, εραστής του λόγου και του ανείπωτου, που, όταν σμίγουν, πλάθουν τον ανθρώπινο μύθο. Τον Παπακυριάκη τον φώναζαν με το επώνυμο. Δεν θύμιζε κανέναν. Ούτε στη σκέψη ούτε στην πένα. Αλάνι Βυρωνιώτης, αιρετικός, με διαίσθηση, εξάρτηση στο τραγικό, αισθαντικός, με αττικόν άλας εμποτισμένος. Σε κοίταζε κι έκανε ακτινογραφία στην ψυχή σου. Με την ίδια ευκολία έκανε κατάδυση στα πολιτικο-εμπορικά νήματα που χειρίζονται την κοινωνία. Σε αναστάτωνε, σε ξεβόλευε, και μ' έναν λόγο σαν κύμα, σε έμπαζε στην αλήθεια της αντίθεσης, στο ζεστό καρβέλι της σύνθεσης, αδιόρατα υποβλητικός, αδερφικά τρυφερός. Ετσι συμφιλίωνε άσπονδους τσακωμένους, έτσι σε επανέφερε στην εσωτερική σου αρμονία.
Ολοι γύρευαν να μεταλάβουν από το απόσταγμά του όταν είχαν προβλήματα ή ανάγκη -κανείς δεν τον συντρόφευσε όταν αποτραβήχτηκε. Πολλούς συνεπήρε η γραφή του -δύο τον ανέβασαν, ο Παπαγεωργίου και ο Χριστοφιλάκης. Γι' αυτό, και για την Ελλάδα που αποχαιρετούσε, λίγο πριν το τέλος τραγουδούσε: «Φεύγω με πίκρα/πάω στα ξένα/αυτός ο κόσμος/δεν είναι για μένα». Αλλά ο Παπακυριάκης δεν ήταν μόνο η πίκρα του. Ηταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με τα τραυματικά βιώματα της Κατοχής και του Εμφυλίου -με το ανθρώπινο πολύπτυχο που γεννάει κάθε πόλεμος ρίχνοντάς σε στα βαθιά: Τι είναι ο άνθρωπος; Αγιος; Προδότης; Μήπος άγιος και προδότης; Τι σημαίνει να 'χεις ιθαγένεια; Είναι επιλογή, ενοχή, ευθύνη; Πώς περνάς τη γέφυρα του υπαρξιακού βούρκου για να κάνεις την υπέρβασή σου και να μοσχοβολήσει βασιλικός;
Ο Παπακυριάκης ήταν αθεράπευτα θυμωμένος Ελληνας. Εκλαιγε με λυγμό κάθε που άκουγε «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ/και μυρσίνη συ δοξαστική/μη παρακαλώ σας μη/λησμονάτε τη χώρα μου!». Τον ξεσήκωναν το Bolero του Ravel, τα πρώτα μπλουζ, χόρευε ζεϊμπέκικο σαν μύστης μιας διαχρονικής αίρεσης που συνοδεύεται νοερά από τον Ηράκλειτο παρέα με τον Αϊ-Γιώργη ενώ καρφώνει τον καταραμένο όφι. Γύρευε αδέρφια σ' όλον τον κόσμο: τα βρήκε στον Τσε, στους Κομμουνάρους, στον Μακρυγιάννη, στον Βελουχιώτη, στην απογείωση του δημοτικού τραγουδιού, στους ιερούς ποιητές-μουσουργούς μας και σ' όλους τους ανώνυμους που κάναν τη ζωή τους πρόσφορο για τον άνθρωπο.
Ηθελε να υποψιαστούμε το εύρος της προίκας τού να είσαι Ελληνας, για να μάθουμε να ανιχνεύουμε τις αόρατες παγίδες που στήνει κάθε μορφή εξουσίας στη σκέψη και στις επιλογές μας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στην ανάληψη των ευθυνών μας ως πολιτών. Αυτό που θα του αναγνωρίσουν όσοι τον αντάμωσαν εν ζωή και όσοι θα τον μάθουν μετά θάνατον, είναι η δίψα του να αναστήσει μες στην ανθρώπινη συνείδηση αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος της ανέκδοτης συλλογής διηγημάτων του: «Τα Αλτερ Εγκο γουστάρουνε φούγκα» - ή αλλιώς, όπως το είπε ο Οδυσσέας-Μίκης Θεοδωράκης (με τον οποίον γνωρίζονταν και είχαν συνεργαστεί - «ίδια μέρα γεννηθήκαμε», έλεγε περήφανα, «με δέκα χρόνια διαφορά»): «Εύχομαι να γίνετε αυτό που δεν μπορείτε».
Αν ήταν εδώ για να κλείσει αυτό το άρθρο, θα μας πέταγε με διάθεση τσιγκλίσματος για την κατάντια μας ως αμερικανόπληκτα-γιέσμαν ένα ξανθό-τηλεοπτικό: «Τα λέμε. Φιλάκια».
______________________________
** Ο Γιώργος Παπακυριάκης έφυγε από τη ζωή στις 16 Ιουνίου στα 79 του χρόνια. Εχει εκδώσει τέσσερα βιβλία από τις εκδόσεις Καστανιώτη («Ο τυφλός ταξιδιώτης», «Δατς ωλ» -το οποίο παρουσιάστηκε στο Θέατρο της Δευτέρας-, «Καβάλα στη χελώνα», «Το δωμάτιο του γορίλα»), ένα από τις εκδόσεις Φιλιππότη («Ανωνύμων πολύπτυχο») και έχει υπογράψει πολλές μεταφράσεις και σενάρια για ταινίες όπως «Ο αλύγιστος» (1968), «Σαπίλα και αριστοκρατία» (1967), «Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας» (1966), «Το ρεμάλι της Φ. Νέγρη» (1965) κ.ά. Διετέλεσε μέλος της γνωμοδοτικής επιτροπής του ΕΚΚ, της Προκριματικής Επιτροπής του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ειδικός σύμβουλος στη Γενική Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Εργου της ΕΤ1. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου